ned
ned
nɛd
νεντ
qedzedredted

Ορισμός και σημασία του "ned"στα αγγλικά

01

αλήτης, ταραξίας

(Scottish) a youth of low social standing, linked with antisocial behavior and stereotypical sportswear style 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
neds
Παραδείγματα
The police moved on a group of neds hanging around the shop. 

Η αστυνομία ενέργησε εναντίον μιας ομάδας ned που περιφέρονταν γύρω από το κατάστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store