Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
yampy
01
τρελός, παλαβός
silly, daft, or a bit crazy
Dialect
British
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
yampiest
συγκριτικός βαθμός
yampier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She laughed at his yampy antics.
Γέλασε με τις yampy αταξίες του.
Yampy
01
τρελός, τρελάρας
a person regarded as crazy, foolish, or unpredictable
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yampies
Παραδείγματα
He called the neighbor a yampy after the wild stunt.
Αποκάλεσε τον γείτονα έναν yampy μετά το άγριο ακροβατικό.



























