cod
cod
kɒd
kod
podgodnododd

Ορισμός και σημασία του "cod"στα αγγλικά

01

μπακαλιάρος, γαύρος

a large food fish that lives in cold marine waters with a small barbel and three fins on the back 
cod definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cod
02

μπακαλιάρος, γαύρος

lean white flesh of important North Atlantic food fish; usually baked or poached 
03

κάψα, κουκούτσι

the vessel that contains the seeds of a plant (not the seeds themselves) 
to cod
01

ενοχλώ, κριτικάρω συνεχώς

harass with persistent criticism or carping 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cod
γ΄ ενικό πρόσωπο
cods
ενεστώτα μετοχή
codding
απλός αόριστος
codded
παθητική μετοχή
codded
02

εξαπατώ, γελώ

fool or hoax 
01

αντικαταβολή, κατά την παράδοση

collecting the charges upon delivery 
γραμματικές πληροφορίες
01

πληρωτέο κατά την παράδοση, πληρωτέο κατά την παραλαβή

payable by the recipient on delivery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store