Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cocoyam
01
κοκόγιαμ, τάρο
a root vegetable grown in tropical regions of Africa that is used in cooking or making flour
02
κοκογιάμ, ταρο
tropical starchy tuberous root
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cocoyams



























