hoser
ho
ˈhəʊ
hew
ser
zə
zē
hoverhoperhomerhosier

Ορισμός και σημασία του "hoser"στα αγγλικά

01

κλέφτης βενζίνης, σιφονάς

(Canada) someone who siphons gasoline from a vehicle or equipment 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hosers
Παραδείγματα
That hoser stole gas from the tractor. 

Αυτός ο χόζερ έκλεψε βενζίνη από το τρακτέρ.

02

ποτιστής παγοδρομίου χόκεϊ, άτομο που ποτίζει τον πάγο

(Canada) a person who hoses down a hockey rink to smooth the ice 
αργκό
Παραδείγματα
The hoser smoothed the ice after practice. 

Ο ποτιστής εξομάλυνε τον πάγο μετά την προπόνηση.

03

αγροίκος, αδέξιος

(Canada) a clumsy, boorish, or unsophisticated person, often over-eating, drinking, or committing minor infractions 
αργκό
Παραδείγματα
Don't be such a hoser at the party. 

Μην είσαι τέτοιος hoser στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hoser
hose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store