Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thrift flipping
01
επανπώληση μεταχειρισμένων ρούχων, αξιοποίηση μεταχειρισμένων ρούχων
the practice of buying thrifted clothing and reselling or upcycling it to increase its value or style
Παραδείγματα
Their weekend hobby of thrift flipping turned into a small business.
Το χόμπι τους τα σαββατοκύριακα για αναβάθμιση μεταχειρισμένων ρούχων μετατράπηκε σε μια μικρή επιχείρηση.



























