Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thrift flipping
01
επανπώληση μεταχειρισμένων ρούχων, αξιοποίηση μεταχειρισμένων ρούχων
the practice of buying thrifted clothing and reselling or upcycling it to increase its value or style
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She made a profit by thrift flipping vintage jackets.
Κέρδισε κάνοντας thrift flipping vintage jackets.



























