looky-loo
looky
lʊkilu:
lookiloo
loo
lookie-lou
lookie-loo

Ορισμός και σημασία του "looky-loo"στα αγγλικά

01

περίεργος, κατάσκοπος

someone who browses, observes, or inspects without intending to buy 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
looky-loos
Παραδείγματα
The shop owner got tired of the constant looky-loos. 

Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος βαρέθηκε τους συνεχείς περίεργους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store