roadie
roa
ˈrəʊ
rew
die
di
di
brodeygrodytoadytody

Ορισμός και σημασία του "roadie"στα αγγλικά

01

οδικός ποδηλάτης, ασφαλτοδρόμος

a cyclist who rides primarily on paved roads rather than off-road or trails 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
roadies
Παραδείγματα
He's a serious roadie, logging hundreds of miles every week. 

Είναι ένας σοβαρός roadie, που διανύει εκατοντάδες μίλια κάθε εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store