Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roadholding
01
πιστότητα στη διαδρομή, προσκόλληση στο δρόμο
the ability of a vehicle to maintain traction and stability on the road surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
roadholdings
Παραδείγματα
The sports car's excellent roadholding allowed it to take sharp turns at high speeds.
Η εξαιρετική πιστότητα στην οδό του σπορ αυτοκινήτου του επέτρεψε να πραγματοποιεί απότομες στροφές σε υψηλές ταχύτητες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
roadholding
road
holding



























