nakie
na
ˈneɪ
nei
kie
ki
ki
fakietackyiraqikhaki

Ορισμός και σημασία του "nakie"στα αγγλικά

01

γυμνό σέλφι, φωτογραφία του εαυτού χωρίς ρούχα

a photograph of oneself without clothing, typically shared privately or digitally 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nakies
Παραδείγματα
He accidentally sent a nakie to the wrong chat. 

Κατά λάθος έστειλε μια γυμνή φωτογραφία στο λάθος chat.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store