cockroach
cock
ˈkɒk
kok
roach
rəʊʧ
rewch

Ορισμός και σημασία του "cockroach"στα αγγλικά

01

κατσαρίδα, μπλαττα

a large brown insect with a broad body, wings, long legs and antennae, considered a household pest 
cockroach definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cockroaches
Παραδείγματα
Cockroaches are known for their ability to survive in various environments. 

Οι κατσαρίδες είναι γνωστές για την ικανότητά τους να επιβιώνουν σε διάφορα περιβάλλοντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cockroach

cock

+

roach

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store