Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hacktivism
01
χακτιβισμός, κυβερνοακτιβισμός
the use of hacking to promote a political or social agenda, often by defacing or disabling websites
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hacktivisms
Παραδείγματα
Anonymous is known for its acts of hacktivism.
Το Anonymous είναι γνωστό για τις πράξεις hacktivism του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hacktivism
hacktiv



























