Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cringe-watch
01
παρακολουθώ με αμηχανία, βλέπω με ντροπή
to watch something awkward, bad, or embarrassing for humor or entertainment
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cringe-watch
γ΄ ενικό πρόσωπο
cringe-watches
ενεστώτα μετοχή
cringe-watching
απλός αόριστος
cringe-watched
παθητική μετοχή
cringe-watched
Παραδείγματα
I'm going to cringe-watch old reality TV episodes tonight.
Απόψε θα cringe-watch παλιά επεισόδια ριάλιτι τηλεόρασης.



























