earworm
Pronunciation
/ˈɪɹwɜːm/

Ορισμός και σημασία του "earworm"στα αγγλικά

01

σκουλήκι του αυτιού, εμμονική μελωδία

a song or melody that gets stuck in your head and is difficult to forget
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earworms
Παραδείγματα
She ca n't stop humming that earworm all day.
Δεν μπορεί να σταματήσει να σιγοτραγουδά αυτό το συνθηματικό τραγούδι όλη την ημέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store