Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spaced out
01
αποσυνδεδεμένος, ζαλισμένος
detached, dazed, or disconnected, often from drugs or fatigue
Παραδείγματα
I felt spaced out for hours after the trip ended.
Αισθάνθηκα αποσυνδεδεμένος για ώρες μετά το τέλος του ταξιδιού.



























