liquored up
Pronunciation
/lˈɪkɚd ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "liquored up"στα αγγλικά

liquored up
01

μεθυσμένος, μπουχτισμένος

drunk from consuming alcohol
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liquored up
συγκριτικός βαθμός
more liquored up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We were liquored up and singing loudly at the bar.
Ήμασταν μεθυσμένοι και τραγουδούσαμε δυνατά στο μπαρ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store