perc
perc
pɜ:k
pēk
murkjerkperkTurk

Ορισμός και σημασία του "perc"στα αγγλικά

01

ένα perc, ένα δισκίο Percocet

a Percocet tablet used recreationally; contains oxycodone and acetaminophen 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
percs
Παραδείγματα
He popped a perc to relax after the party. 

Πήρε ένα περκ για να χαλαρώσει μετά το πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store