grindset
grind
ˈgraɪnd
γκραινντ
set
sɛt
σετ
mind-setmindset

Ορισμός και σημασία του "grindset"στα αγγλικά

01

νοοτροπία σκληρής δουλειάς, διανοητική προσέγγιση επιμονής

a mindset centered on hard work, persistence, and hustling to achieve goals 
neologism
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grindsets
Παραδείγματα
I've got the grindset to succeed. 

Έχω τη νοοτροπία σκληρής δουλειάς για να πετύχω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grindset

grind

+

set

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store