adulting
a
ə
ē
dul
ˈdʌl
dal
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "adulting"στα αγγλικά

01

ενηλικίωση, ενήλικη συμπεριφορά

the act of performing tasks or responsibilities typically associated with being a responsible adult 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Paying bills and doing laundry is part of adulting. 

Η πληρωμή λογαριασμών και το πλύσιμο ρούχων είναι μέρος του να είσαι ενήλικας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store