Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adulting
01
ενηλικίωση, ενήλικη συμπεριφορά
the act of performing tasks or responsibilities typically associated with being a responsible adult
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Paying bills and doing laundry is part of adulting.
Η πληρωμή λογαριασμών και το πλύσιμο ρούχων είναι μέρος του να είσαι ενήλικας.



























