mombie
Pronunciation
/mˈɑːmbi/

Ορισμός και σημασία του "mombie"στα αγγλικά

01

μόμπι, ζόμπι μαμά

an exhausted mother who looks or acts like a zombie, usually from lack of sleep or rest
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mombies
Παραδείγματα
Every new mom knows the struggle of becoming a mombie.
Κάθε νέα μητέρα γνωρίζει τον αγώνα να γίνει mombie.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store