mombie
mom
ˈmɒm
mom
bie
bi
bi
mamba

Ορισμός και σημασία του "mombie"στα αγγλικά

01

μόμπι, ζόμπι μαμά

an exhausted mother who looks or acts like a zombie, usually from lack of sleep or rest 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mombies
θηλυκό ενικό
mombie
neutral form
zombie parent
Παραδείγματα
After three nights with a sick baby, she felt like a total mombie. 

Μετά από τρεις νύχτες με ένα άρρωστο μωρό, αισθανόταν σαν μια ολοκληρωτική mombie.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store