donk
donk
dɒnk
donk
dankdunk

Ορισμός και σημασία του "donk"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid person 
donk definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The donk forgot his wallet on the biggest shopping day. 

Ο donk ξέχασε το πορτοφόλι του τη μεγαλύτερη μέρα αγορών.

02

μεγάλος πισινός, εμφανή γλουτοί

a large or prominent buttocks 
Dialectamerican flagAmerican
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
donks
Παραδείγματα
She's got a donk that turns heads everywhere she goes. 

Έχει ένα donk που γυρίζει κεφάλια όπου και να πάει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store