Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yassify
01
ομορφαίνω, γλαμορίζω
to enhance or glamorize someone's appearance, often dramatically
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yassify
γ΄ ενικό πρόσωπο
yassifies
ενεστώτα μετοχή
yassifying
απλός αόριστος
yassified
παθητική μετοχή
yassified
Παραδείγματα
The meme shows celebrities being yassified hilariously.
Το meme δείχνει διάσημους που yassify με αστεία τρόπο.



























