to yassify
ya
ˈjæ
ssi
si
fy
faɪ
fai
reclassify

Ορισμός και σημασία του "yassify"στα αγγλικά

to yassify
01

ομορφαίνω, γλαμορίζω

to enhance or glamorize someone's appearance, often dramatically 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yassify
γ΄ ενικό πρόσωπο
yassifies
ενεστώτα μετοχή
yassifying
απλός αόριστος
yassified
παθητική μετοχή
yassified
Παραδείγματα
They yassified her profile picture with a bold makeup filter. 

Yassify-αραν τη φωτογραφία προφίλ της με ένα τολμηρό φίλτρο μακιγιάζ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store