Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to looksmaxx
01
βελτιώνω την εμφάνισή μου, βελτιστοποιώ την εμφάνιση
to improve one's physical appearance to increase attractiveness
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
looksmaxx
γ΄ ενικό πρόσωπο
looksmaxxes
ενεστώτα μετοχή
looksmaxxing
απλός αόριστος
looksmaxxed
παθητική μετοχή
looksmaxxed
Παραδείγματα
He's been looksmaxxing for months, hitting the gym and updating his wardrobe.
Κάνει looksmaxxing για μήνες, πηγαίνει στο γυμναστήριο και ανανεώνει την γκαρνταρόμπα του.



























