lewk
lewk
luk
look
look

Ορισμός και σημασία του "lewk"στα αγγλικά

01

διακριτικό στυλ, προσωπική αισθητική

a person's distinctive style, appearance, or overall aesthetic 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lewks
Παραδείγματα
I'm loving your lewk today, so chic! 

Λατρεύω το lewk σου σήμερα, τόσο κομψό!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store