lewk
Pronunciation
/lˈuːk/

Ορισμός και σημασία του "lewk"στα αγγλικά

01

διακριτικό στυλ, προσωπική αισθητική

a person's distinctive style, appearance, or overall aesthetic
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lewks
Παραδείγματα
Everyone complimented her lewk at the party.
Όλοι επαίνεσαν το lewk της στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store