Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hulk out
01
εκρήγνυμαι από θυμό, χάνω τον έλεγχο με δραματικό τρόπο
to lose control of one's emotions, typically from anger or stress, often in a dramatic or explosive way
Παραδείγματα
I almost hulked out when I saw the mess in the kitchen.
Παραλίγο να χάσω την ψυχραιμία μου όταν είδα το χάος στην κουζίνα.



























