Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mug off
01
δημοσίως ταπεινώνω, υποτιμώ
to insult, belittle, or make a fool of someone, especially in public
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
mug
ενεστώτας
mug off
γ΄ ενικό πρόσωπο
mugs off
ενεστώτα μετοχή
mugging off
απλός αόριστος
mugged off
παθητική μετοχή
mugged off
Παραδείγματα
I'll mug him off if he keeps talking trash.
Θα τον mug off αν συνεχίσει να λέει ανοησίες.



























