Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mug off
01
δημοσίως ταπεινώνω, υποτιμώ
to insult, belittle, or make a fool of someone, especially in public
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
mug
ενεστώτας
mug off
γ΄ ενικό πρόσωπο
mugs off
ενεστώτα μετοχή
mugging off
απλός αόριστος
mugged off
παθητική μετοχή
mugged off
Παραδείγματα
He mugged me off in front of everyone at the party.
Με ταπείνωσε μπροστά σε όλους στο πάρτι.



























