shorty
shor
ˈʃɔ:
shaw
ty
ti
ti
shortlysportyshirtysnorty

Ορισμός και σημασία του "shorty"στα αγγλικά

01

μικρούλα, κορίτσι

an attractive girl, often used playfully or flirtatiously 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
shorties
θηλυκό ενικό
shorty
neutral form
person
Παραδείγματα
Hey, shorty! Let's go grab a drink. 

Γεια, μικρή! Πάμε για ένα ποτό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store