kicked to the curb
kicked
kɪkt
kikt
to
the
ðə
dhē
curb
kɜ:b
kēb

Ορισμός και σημασία του "kicked to the curb"στα αγγλικά

kicked to the curb
01

απότομα απορριμμένος, αδίστακτα πεταγμένος

(of a person) dumped, rejected, or discarded abruptly or harshly 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kicked to the curb
συγκριτικός βαθμός
more kicked to the curb
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt kicked to the curb after cheating. 

Ένιωσε πεταμένος στο δρόμο μετά την απιστία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store