cuffed
cuffed
kʌft
kaft
chuffed

Ορισμός και σημασία του "cuffed"στα αγγλικά

01

σε σοβαρή σχέση, σε δεσμευμένη σχέση

in a committed romantic relationship 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cuffed
συγκριτικός βαθμός
more cuffed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He got cuffed just before cuffing season. 

Μπήκε σε σχέση λίγο πριν από την περίοδο των χειροπέδων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store