bicon
bi
baɪ
μπαι
con
kɑn
καν
/bˈɪkən/

Ορισμός και σημασία του "bicon"στα αγγλικά

01

δισελεμπ, δισελεμπριτί

a celebrity who publicly identifies as bisexual
Slang
Παραδείγματα
That bicon energy dominated social media after the announcement.
Bicon κυριάρχησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά την ανακοίνωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store