bicon
bi
ˈbaɪ
bai
con
kɒn
kon
baconbicornbison

Ορισμός και σημασία του "bicon"στα αγγλικά

01

δισελεμπ, δισελεμπριτί

a celebrity who publicly identifies as bisexual 
bicon definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bicons
Παραδείγματα
That bicon came out during a live TV interview. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bicon
con
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store