biagonal
bia
ˈbaɪæ
baiā
go
nal
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "biagonal"στα αγγλικά

01

βιαγωνικό, βιαγωνικό

a bisexual person who identifies as nonbinary 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
biagonals
Παραδείγματα
The biagonal attended the Pride parade with their partner. 

Ο biagonal παρακολούθησε την παρέλαση της Υπερηφάνειας με τον σύντροφό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store