Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Queerplatonic relationship
01
queerplatonic σχέση, μη ρομαντική δεσμευμένη σχέση
a committed, intimate relationship that is neither romantic nor necessarily sexual
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
queerplatonic relationships
Παραδείγματα
They've been in a queerplatonic relationship for years.
LanGeek



























