cobra
cob
ˈkəʊb
kewb
ra
copra

Ορισμός και σημασία του "cobra"στα αγγλικά

01

κόμπρα, φίδι με γυαλιά

a highly venomous kind of snake that can flatten its neck when in danger or to scare other animals 
cobra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cobras
Παραδείγματα
The cobra raised its hood and hissed as a warning to stay away. 

Η κόμπρα σήκωσε την κουκούλα της και σίσυρε ως προειδοποίηση να μείνει μακριά.

cobra
cobra
kə‌ʊbra
kēoobra
copra
CoBrA
01

ένα avant-garde καλλιτεχνικό κίνημα που ιδρύθηκε το 1948 και συνδύαζε στοιχεία εξπρεσιονισμού, σουρεαλισμού και αφηρημένης τέχνης και τόνιζε την αυθορμησία και το υποσυνείδητο

an avant-garde art movement founded in 1948 that combined elements of expressionism, surrealism, and abstract art and emphasized spontaneity and the subconscious 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cobras
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store