Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cobbler
01
cobbler, επιδόρπιο φρούτων με ζύμη μπισκότου
a dessert made from a fruit filling, such as peaches or berries, topped with a batter or biscuit dough
02
τσαγκάρης, παπουτσής
someone who makes and mends shoes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cobblers
03
cobbler (γλυκό αλκοολούχο ποτό με φρούτα), φρουτώδες αλκοολούχο ποτό
tall sweetened iced drink of wine or liquor with fruit
Λεξικό Δέντρο
cobbler
cobble



























