co-owner
co
kəʊəʊnə
keweoonē
owner

Ορισμός και σημασία του "co-owner"στα αγγλικά

01

συνιδιοκτήτης, συγκυριόχος

a person who jointly owns something with one or more others 
co-owner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
co-owners
Παραδείγματα
They became co-owners of the business after investing together. 

Έγιναν συνιδιοκτήτες της επιχείρησης μετά από κοινή επένδυση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store