Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Co-owner
01
συνιδιοκτήτης, συγκυριόχος
a person who jointly owns something with one or more others
Παραδείγματα
Being a co-owner means you are responsible for half of the mortgage payments.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνιδιοκτήτης, συγκυριόχος