to co-opt
co
kəʊ
kew
opt
ɒpt
opt
toppedadoptchoppedcropped

Ορισμός και σημασία του "co-opt"στα αγγλικά

to co-opt
01

συνεισφέρω, προσλαμβάνω ως μέλος

to select or bring someone into a group as a colleague or fellow member 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
co-opt
γ΄ ενικό πρόσωπο
co-opts
ενεστώτα μετοχή
co-opting
απλός αόριστος
co-opted
παθητική μετοχή
co-opted
Παραδείγματα
The committee co-opted several new members to strengthen its team. 

Η επιτροπή συνεργάστηκε μερικά νέα μέλη για να ενισχύσει την ομάδα της.

02

κατασχέω, εξαγοράζω

to take something for one's own use, often without permission 
Παραδείγματα
The designer co-opted traditional patterns in her modern collection. 

Η σχεδιάστρια συνεργάστηκε παραδοσιακά σχέδια στη σύγχρονη συλλογή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store