Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Decentering
01
αποκέντρωση, μετατόπιση εστίασης
the act of shifting focus or importance away from a central person, idea, or position to highlight other parts or viewpoints
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The decentering of the main hero changed how the story was told.
Η αποκέντρωση του κύριου ήρωα άλλαξε τον τρόπο που αφηγήθηκε η ιστορία.
Λεξικό Δέντρο
decentering
centering
center



























