Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
situational
01
συγκειμενικός, καταστατικός
affected by the specific setting or conditions something happens in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most situational
συγκριτικός βαθμός
more situational
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
This rule is only situational and does not apply all the time.
Ο κανόνας αυτός είναι μόνο περιστασιακός και δεν ισχύει πάντα.
Λεξικό Δέντρο
situationally
situational
situation
situate



























