Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
situational
01
συγκειμενικός, καταστατικός
affected by the specific setting or conditions something happens in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The punishment was situational because of the student's honest mistake.
Η τιμωρία ήταν περιστασιακή λόγω του ειλικρινούς λάθους του μαθητή.
Λεξικό Δέντρο
situationally
situational
situation
situate



























