Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to situate
01
τοποθετώ, στήνω
to place something in a particular position or setting
Transitive: to situate sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
situate
γ΄ ενικό πρόσωπο
situates
ενεστώτα μετοχή
situating
απλός αόριστος
situated
παθητική μετοχή
situated
Παραδείγματα
The director wanted to situate the film's climax in a dramatic and visually striking location.
Ο σκηνοθέτης ήθελε να τοποθετήσει το αποκορύφωμα της ταινίας σε μια δραματική και οπτικά εντυπωσιακή τοποθεσία.
Λεξικό Δέντρο
situated
situation
situate



























