to situate
si
ˈsɪ
si
tuate
tjueɪt
tyooeit
sinuate

Ορισμός και σημασία του "situate"στα αγγλικά

to situate
01

τοποθετώ, στήνω

to place something in a particular position or setting 
Transitive: to situate sth somewhere
to situate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
situate
γ΄ ενικό πρόσωπο
situates
ενεστώτα μετοχή
situating
απλός αόριστος
situated
παθητική μετοχή
situated
Παραδείγματα
The architect decided to situate the building on the edge of the hill for a panoramic view. 

Ο αρχιτέκτονας αποφάσισε να τοποθετήσει το κτίριο στην άκρη του λόφου για πανοραμική θέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

situated
situation
situate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store