Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to situate
01
τοποθετώ, στήνω
to place something in a particular position or setting
Transitive: to situate sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
situate
γ΄ ενικό πρόσωπο
situates
ενεστώτα μετοχή
situating
απλός αόριστος
situated
παθητική μετοχή
situated
Παραδείγματα
The architect decided to situate the building on the edge of the hill for a panoramic view.
Ο αρχιτέκτονας αποφάσισε να τοποθετήσει το κτίριο στην άκρη του λόφου για πανοραμική θέα.
Λεξικό Δέντρο
situated
situation
situate



























