Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hillfort
01
λόφος-φρούριο, ακρόπολη λόφου
an ancient military building built on a hill, usually surrounded by earth walls or ditches, used for protection and as a place to live
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hillforts
Παραδείγματα
The remains of the hillfort can still be seen today.
Τα ερείπια του λόφου-φρουρίου μπορούν ακόμα να δουν σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hillfort
hill
fort



























