Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downland
01
περιοχή ανοιχτών λόφων με κιμωλία στο έδαφος, κιμωλικοί λόφοι
an area of open hills with chalk soil, usually covered in grass and found in southern England
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downlands
Παραδείγματα
The hikers walked across miles of peaceful downland.
Οι πεζοπόροι περπάτησαν για μίλια σε ειρηνικά ασβεστολιθικά λοφώδη εδάφη.



























