Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sectarian
01
σεκταριστικός, θρησκευτικής ομάδας
relating to a particular group within a religion, especially when that group is separate from or different than others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, conflict, society
Παραδείγματα
Sectarian conflicts have affected many regions in history.
Οι σεκταριστικές συγκρούσεις έχουν επηρεάσει πολλές περιοχές στην ιστορία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonsectarian
unsectarian
sectarian



























