sectarianism
Pronunciation
/sɛkˈtɛɹiəˌnɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "sectarianism"στα αγγλικά

01

σεκταρισμός, θρησκευτικός φανατισμός

the intense devotion to a particular religious or political sect, often leading to prejudice or discrimination against members of other sects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The rise of sectarianism in online spaces has led to the spread of hate speech and extremist ideologies, posing challenges for efforts to build inclusive and harmonious societies.
Η άνοδος του σχετικισμού στους διαδικτυακούς χώρους έχει οδηγήσει στην εξάπλωση του ρητορικού μίσους και των εξτρεμιστικών ιδεολογιών, θέτοντας προκλήσεις στις προσπάθειες για την οικοδόμηση ενιαίων και αρμονικών κοινωνιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store