Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manual labour
01
χειρωνακτική εργασία, χειρονακτική εργασία
physical work done by hand or with basic tools, often involving strength or skill rather than machines or automation
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The job involved long hours of manual labour.
Η δουλειά περιλάμβανε πολλές ώρες χειρωνακτικής εργασίας.



























