Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
breathable
01
αναπνεύσιμος, διαπερατός στον αέρα
alowing air to pass through; often used to describe clothing or material that lets air circulate and keeps the body cool and dry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most breathable
συγκριτικός βαθμός
more breathable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, materials, comfort
Παραδείγματα
This jacket is light and breathable, perfect for running.
Αυτό το σακάκι είναι ελαφρύ και αεροπερατό, ιδανικό για τρέξιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
breathable
breath



























