breath
Pronunciation
/brɛθ/

Ορισμός και σημασία του "breath"στα αγγλικά

01

ανάσα, αναπνοή

the air taken into or sent out from the lungs
breath definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breaths
Παραδείγματα
The doctor asked the patient to take a deep breath and hold it.
Ο γιατρός ζήτησε από τον ασθενή να πάρει μια βαθιά ανάσα και να την κρατήσει.
02

υπαινιγμός, νύξη

an indirect suggestion
03

ανάσα, διάλειμμα

a short respite
04

ανάσα, πνοή

a slight movement of the air
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store