breath
breath
brɛθ
breth
breadthbreach

Ορισμός και σημασία του "breath"στα αγγλικά

01

ανάσα, αναπνοή

the air taken into or sent out from the lungs 
breath definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breaths
Παραδείγματα
After running, she took deep breaths to catch her breath. 

Μετά το τρέξιμο, πήρε βαθιές αναπνοές για να πιάσει την ανάσα της.

02

υπαινιγμός, νύξη

an indirect suggestion 
03

ανάσα, διάλειμμα

a short respite 
04

ανάσα, πνοή

a slight movement of the air 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store